Η Μαρία Τσιάκα, PhD Psychological Medicine, Kings College London και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών μιλάει για τις διατροφικές διαταραχές αλλά και τις ελλείψεις των κρατικών υποδομών για τη θεραπεία τους.
Πρόσφατα, ο σύλλογος «ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ», που εκπροσωπεί γονείς και φροντιστές ανθρώπων που δοκιμάζονται από σοβαρές διατροφικές διαταραχές, εξέπεμψε σήμα κινδύνου για την κατάσταση των δημόσιων δομών θεραπείας των Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής (ΔΠΤ).
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό, ιδιαίτερα σε νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και οι περιορισμένες υποδομές έχουν δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στη δυνατότητα έγκαιρης πρόσβασης των ασθενών σε θεραπεία και νοσηλεία. Όπως επισημαίνει, οι μεγάλες λίστες αναμονής και η πίεση που δέχονται οι εξειδικευμένες μονάδες ψυχικής υγείας θέτουν σε κίνδυνο τη φροντίδα ανθρώπων που χρειάζονται άμεση υποστήριξη. Ο Σύλλογος αναφέρεται ειδικότερα στις δυσκολίες λειτουργίας βασικών δημόσιων μονάδων, όπως η Β’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική στο Αττικό Νοσοκομείο, η Α’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική στο Αιγινήτειο και η Μονάδα Ψυχογενούς Ανορεξίας στο Σισμανόγλειο, υποστηρίζοντας ότι η δυνατότητα υποδοχής νέων περιστατικών έχει περιοριστεί σημαντικά. Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη δημιουργίας εξειδικευμένων υπηρεσιών σε όλη τη χώρα, καθώς, εκτός Αττικής δεν υπάρχουν επαρκείς δημόσιες δομές για την αντιμετώπιση των ΔΠΤ.
Η κα Τσιάκα μιλάει για όλα αυτά, αλλά και την εικόνα που έχει αποκομίσει ως ειδικός επί του θέματος.

Ως ειδικός/-ή με πολυετή εμπειρία στις διατροφικές διαταραχές, πώς σχολιάζετε την ανακοίνωση του Συλλόγου «Επιστρέφω» σχετικά με την κρίσιμη κατάσταση που επικρατεί στις δομές θεραπείας;
«Δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως ακόμη μία γενικόλογη καταγγελία για τις γνωστές αδυναμίες του συστήματος υγείας. Περιγράφει, αντίθετα, μια πραγματικότητα που από κλινικής πλευράς είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Στις διατροφικές διαταραχές -και κυρίως στη νευρική ανορεξία- ο χρόνος παίζει καθοριστικό ρόλο. Όταν μια οικογένεια απευθύνεται για βοήθεια, δεν χωρούν αναβολές εβδομάδων ή μηνών, καθώς σε αυτό το διάστημα η κλινική εικόνα του ασθενούς μπορεί να επιδεινωθεί σοβαρά. Η ανεπάρκεια προσωπικού και κλινών δεν αποτελεί απλώς διοικητικό κενό, αλλά ζήτημα ασφάλειας ζωής, που σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί μοιραίο.
Παράλληλα, η λύση δεν βρίσκεται στην απλή προσθήκη κλινών. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό σύστημα φροντίδας, από την έγκαιρη διάγνωση μέχρι εξειδικευμένα εξωτερικά ιατρεία, κέντρα ημέρας, εντατικά εξωνοσοκομειακά προγράμματα, δυνατότητα ιατρικής σταθεροποίησης, εξειδικευμένη νοσηλεία και οργανωμένη παρακολούθηση μετά το εξιτήριο. Η απουσία έστω και ενός κρίκου αυτής της αλυσίδας θα μετακυλήσει το βάρος στις υπόλοιπες δομές και τελικά στην ίδια την οικογένεια».
Ποια είναι τα πρώτα σημάδια ότι ένα παιδί πάσχει από διατροφικές διαταραχές που θα έπρεπε να οδηγήσουν έναν γονιό ή τον εκπαιδευτικό να αναζητήσει βοήθεια έγκαιρα, πριν χρειαστεί νοσηλεία;
«Το σημαντικότερο είναι να μην περιμένουμε να δούμε ένα εξαιρετικά αδύνατο παιδί. Η διατροφική διαταραχή συνήθως αρχίζει πολύ πριν γίνει εμφανής στο σώμα. Αυτό που πρέπει να μας κινητοποιήσει είναι η σταδιακή και εξελισσόμενη αλλαγή στη σχέση του παιδιού με τη τροφή, το σώμα, την άσκηση και την καθημερινότητά του. Ανησυχητικά σημάδια είναι η παράλειψη γευμάτων, ο σταδιακός αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων τροφίμων, οι αυστηροί κανόνες για το τι και πότε ‘’επιτρέπεται’’ να φάει, η εμμονή με τις θερμίδες ή τα συστατικά, τα υπερβολικά μικρά κομμάτια, η πολύ αργή κατανάλωση, τα τελετουργικά γύρω από το πιάτο και η έντονη δυσφορία όταν αλλάζει το προγραμματισμένο γεύμα.
Χρειάζεται επίσης προσοχή όταν το παιδί αποφεύγει να τρώει μαζί με άλλους, αποσύρεται από κοινωνικές δραστηριότητες (εξόδους για φαγητό), πηγαίνει συστηματικά στην τουαλέτα μετά τα γεύματα, αρχίζει να γυμνάζεται καταναγκαστικά ή πανικοβάλλεται όταν δεν μπορεί να ασκηθεί. Αλλαγές όπως ευερεθιστότητα, άγχος, κοινωνική απόσυρση, πτώση της συγκέντρωσης, εξάντληση μπορεί επίσης να αποτελούν μέρος της εικόνας.
Στα σωματικά σημάδια περιλαμβάνονται η γρήγορη απώλεια βάρους ή η διακοπή της αναμενόμενης ανάπτυξης, η ζάλη, οι λιποθυμίες, η αίσθηση ψύχους, η ωχρότητα, η αδυναμία, οι ταχυπαλμίες, οι γαστρεντερικές ενοχλήσεις και οι ορμονικές ή εμμηνορρυσιακές διαταραχές. Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν ότι η γρήγορη απώλεια βάρους, ο περιορισμός της τροφής, η κοινωνική απόσυρση, η υπερβολική άσκηση, οι λιποθυμίες και οι ταχυπαλμίες πρέπει να οδηγούν σε εξειδικευμένη αξιολόγηση.
Ο γονιός και ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να κάνουν διάγνωση. Χρειάζεται να παρατηρήσουν την αλλαγή, να την αξιολογήσουν σοβαρά και να μιλήσουν χωρίς επίκριση: όχι ‘’γιατί δεν τρως;’’ ή ‘’σταμάτα τις υπερβολές’’, αλλά ‘’βλέπω ότι η τροφή και το σώμα σου σε δυσκολεύουν πολύ τελευταία και θέλω να βρούμε μαζί βοήθεια’’. Σε περίπτωση λιποθυμίας, πόνου στο στήθος, σύγχυσης, σοβαρής αδυναμίας, αφυδάτωσης, συνεχών εμέτων, πλήρους άρνησης τροφής ή υγρών, αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονικού ιδεασμού, απαιτείται άμεση ιατρική και ψυχιατρική αξιολόγηση».

Παρατηρείτε διαφοροποίηση στο προφίλ των ασθενών τα τελευταία χρόνια ως προς την ηλικία, το φύλο ή τη βαρύτητα των περιστατικών;
«Ναι, στην κλινική πράξη παρατηρούμε μια σαφή διεύρυνση του προφίλ των ασθενών που αναζητούν βοήθεια. Βλέπουμε μικρότερες ηλικίες, ακόμη και παιδιά πριν από την εφηβεία, αλλά ταυτόχρονα και ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας. Η διατροφική διαταραχή δεν αφορά μόνο τις έφηβες, όπως για πολλά χρόνια λανθασμένα πιστεύαμε, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου.
Παρατηρούμε επίσης περισσότερα περιστατικά που δεν αντιστοιχούν στη στερεοτυπική εικόνα της εξαιρετικά χαμηλού βάρους ανορεξίας, συνήθως πρόκειται για άτυπες μορφές. Ένα παιδί ή ένας ενήλικας μπορεί να έχει χάσει πολύ μεγάλο ποσοστό του βάρους του, να παρουσιάζει σοβαρό υποσιτισμό και έντονη συμπτωματολογία, αλλά να μην φαίνεται εξωτερικά αρκετά αδύνατος/η. Οι περιπτώσεις αυτές συχνά δεν αναγνωρίζονται έγκαιρα, καθώς η απώλεια βάρους εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από το κοινωνικό περιβάλλον ως κάτι θετικό και να επιβραβεύεται, ακόμη και όταν αποτελεί ένδειξη μιας σοβαρής διατροφικής διαταραχής.
Παράλληλα, συναντάμε ολοένα συχνότερα πιο σύνθετες κλινικές περιπτώσεις, στις οποίες η διατροφική διαταραχή συνυπάρχει με έντονο άγχος, κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά, αυτοτραυματισμούς ή νευροαναπτυξιακές δυσκολίες. Δεν είναι πάντα σαφές αν οι ασθενείς ξεκινούν με πιο οξεία μορφή της διαταραχής. Αυτό που διαπιστώνουμε, όμως, είναι ότι συχνά φτάνουν στις εξειδικευμένες υπηρεσίες σε πιο επιβαρυμένη κατάσταση, επειδή η διαταραχή δεν αναγνωρίστηκε έγκαιρα ή επειδή δεν υπήρξε άμεση πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπευτική φροντίδα».
Τα τελευταία χρόνια αντιλαμβανόμαστε ότι πλήττονται όχι μόνο κορίτσια αλλά και αγόρια. Ισχύει;
«Τα αγόρια είναι σήμερα περισσότερο ορατά στην κλινική πράξη, εξακολουθούν όμως να αναγνωρίζονται πολύ λιγότερο συχνά από όσο θα έπρεπε. Η αύξηση των αγοριών που φτάνουν στις υπηρεσίες δεν σημαίνει απαραίτητα μόνο ότι αυξάνονται τα περιστατικά αλλά ότι αρχίζουμε σταδιακά να ξεπερνάμε τα στερεότυπα και να αναγνωρίζουμε καλύτερα τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί μια διατροφική διαταραχή στα αγόρια. Το βασικό εμπόδιο είναι ο μύθος ότι οι διατροφικές διαταραχές είναι ‘’γένους θηλυκού’’. Ένα αγόρι μπορεί να δυσκολεύεται να μιλήσει ανοιχτά για όσα βιώνει, επειδή φοβάται ότι δεν συνάδουν με την κοινωνικά αποδεκτή εικόνα του ανδρισμού ή ότι το περιβάλλον του δεν θα τα λάβει σοβαρά υπόψη. Επιπλέον, στα αγόρια η διαταραχή δεν εκφράζεται πάντοτε μόνο ως επιθυμία για απώλεια βάρους. Συνήθως εκφράζεται ως εμμονή με τη γράμμωση, το χαμηλό λίπος και την υψηλή μυϊκή μάζα, ως αυστηρή διατροφή, υπερβολικός έλεγχος πρωτεϊνών και υδατανθράκων, επαναλαμβανόμενοι κύκλοι αύξησης και μείωσης βάρους ή καταναγκαστική άσκηση. Όλες οι παραπάνω συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική και ψυχική υγεία, μπορεί να εκλαμβάνονται λανθασμένα από το περιβάλλον ως ένδειξη πειθαρχίας, υγιεινού τρόπου ζωής ή αφοσίωσης στον αθλητισμό. Οι έρευνες δείχνουν ότι τα αγόρια και οι άνδρες παραμένουν υποδιαγνωσμένοι και ότι η έμφαση των παραδοσιακών κριτηρίων στην επιθυμία για ένα αδύνατο σώμα δεν αποτυπώνει πάντα την ανδρική ανησυχία για τη μυϊκότητα και τη σύσταση του σώματος. Παράλληλα, το στίγμα, η ντροπή και οι αντιλήψεις γύρω από τον ανδρισμό δυσκολεύουν σημαντικά την αναζήτηση βοήθειας. Για αυτό δεν αρκεί να ρωτάμε ένα αγόρι μόνο εάν φοβάται μήπως παχύνει. Χρειάζεται να διερευνούμε πόσο η εικόνα του σώματος καθορίζει τη κατανάλωση τροφής και την άσκησή του, εάν μπορεί να ξεκουραστεί χωρίς ενοχή, τι συμβαίνει όταν χάσει μια προπόνηση και εάν η ανάγκη για έλεγχο έχει αρχίσει να έχει αντίκτυπο στη καθημερινότητα του».
Η Δρ. Μαρία Τσιάκα, BA Psychology, PhD Psychological Medicine , IOPN, Section of Eating Disorders, King’s College, οικογενειακή- συστημική θεραπεύτρια και Ιδρύτρια και Διευθύντρια του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, που ιδρύθηκε το 2006 στην Αθήνα. Εργάζεται στον χώρο των διατροφικών διαταραχών από το 1997.
















