Τι πίστευαν για τον βασιλιά των σπορ οι Καμί, Παζολίνι, Γιανναράς, Μορουά και άλλοι συγγραφείς και μεγάλοι δημιουργοί.
Η σχέση ανάμεσα στη διανόηση και το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά αρμονική. Στο πέρασμα των χρόνων, συχνά οι διανοούμενοι επιδείκνυαν μια δήθεν αδιαφορία, η οποία όμως στην πραγματικότητα, έκρυβε περιφρόνηση και υποτίμηση, έως και έχθρα. Θεωρούν πως η «υψηλή» τέχνη και σκέψη δεν πρέπει να «μολυνθεί» από ένα λαϊκό παιχνίδι, το οποίο αντιμετωπίζουν ως χυδαίο ή πρωτόγονο, κατάλληλο μόνο για ακαλλιέργητους ανθρώπους. Άλλωστε, στην Αγγλία στα πρώτα χρόνια του ποδοσφαίρου, πολλοί διανοούμενοι το απαξίωναν. Παρενθετικά, όταν κάποτε ρώτησαν τον Τσόρτσιλ ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας του (πέθανε στα 96), απάντησε: «Ο αθλητισμός. Δεν γυμνάστηκα ποτέ μου».
Από την αρχαιότητα ακόμη, ο Ευριπίδης καταφερόταν εναντίον των αθλητών, χαρακτηρίζοντάς τους ως «ένα από τα μεγαλύτερα κακά της Ελλάδας». Ο Σαίξπηρ, στον «Βασιλιά Ληρ», που βάζει στο στόμα του Δούκα του Κεντ τις πιο βαριές βρισιές για να απευθυνθεί στο φουκαρά τον (δούλο) Οσβάλντο και, αφού τον αποκαλεί «κοπρίτη» και «μασκαρά», καταλήγει με την έσχατη προσβολή «you, base football player», δηλαδή «εσύ, τιποτένιε ποδοσφαιριστή».

Αλλά και σε πιο σύγχρονους καιρούς, αρκετοί άνθρωποι του πνεύματος εκφράστηκαν αρνητικά για το ποδόσφαιρο, όπως ο αείμνηστος φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς που το συνέδεσε με φανατισμό, βία και «εξηλιθίωση των μαζών», μέσω της υποκουλτούρας της κερκίδας και των «πιστών».
Ωστόσο, δεν έλειψαν και εκείνοι οι δημιουργοί που είδαν στο ποδόσφαιρο κάτι περισσότερο από ένα απλό παιχνίδι και το τίμησαν μέσα από τα έργα τους. Ξένοι στοχαστές και καλλιτέχνες, όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Παζολίνι και άλλοι, μίλησαν για την ηθική, κοινωνική και συμβολική του αξία. Ο Αλμπέρ Καμί έγραψε «ό,τι σπουδαιότερο έμαθα περί ηθικής, μου το δίδαξε το ποδόσφαιρο». Ο Αντρέ Μορουά έκανε αναφορά στο «Ιωβηλαίο του γαλλικού ποδοσφαίρου», ο στοχαστής (μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα) της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, Πιερ ντε Κουμπερτέν έγραψε το «Η ηθική και κοινωνική αξία του ποδοσφαίρου». Ακόμα, ο διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης, Πιερ Πάολο Παζολίνι το υπερασπίστηκε στο «Ρεπορτάζ για τον θεό των γηπέδων». Ο Αυστριακός συγγραφέας Πέτερ Χάντκε στο «Ο κόσμος στο ποδόσφαιρο» και φυσικά Βιμ Βέντερς και Τζον Χιούστον («Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι», «Η απόδραση των 11»).

Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, όπου σημαντικοί συγγραφείς και ποιητές όπως ο Καζαντζάκης, ο Ρίτσος, ο Χατζιδάκις, ο Αναγνωστάκης και πολλοί ακόμη εμπνεύστηκαν από το ποδόσφαιρο και το ενσωμάτωσαν στις δημιουργίες τους. Να θυμηθούμε έργα τους: Καζαντζάκης («Δίπλωμα ανθρώπου», Γιάννης Ρίτσος «Οι γειτονιές του κόσμου», Μάνος Χατζιδάκης («Αιώνιο πάθος – μια μπαλάντα για τον Τζορτζ Μπεστ»), Μανόλης Αναγνωστάκης («Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου», «Άγιαξ για πάντα»), Μένης Κουμανταρέας («Η φανέλα με το 9»), Νίκος Καρούζος («Αγχώδης εμπειρία»), Νίκος Εγγονόπουλος «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», Ανδρέας Εμπειρίκος («Η σήμερον ως αύριον και ως χθες».

Πράγματι, το ποδόσφαιρο συχνά βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, εξαιτίας φαινομένων όπως η οπαδική βία, η διαφθορά ή ο τζόγος. Όμως το ίδιο το άθλημα δεν ευθύνεται απαραίτητα για την εκμετάλλευσή του από ανθρώπους και συμφέροντα. Όπως κάθε μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα, μπορεί να οδηγήσει τόσο στο καλό όσο και στο κακό -εξαρτάται από το ποιος το χειρίζεται και με ποιο σκοπό.
Δεν κατηγορούμε τη μορφίνη επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ναρκωτικό, ούτε τη φιλοσοφία επειδή κάποιοι παραποίησαν τον Νίτσε, ούτε τη μουσική του Βάγκνερ επειδή την οικειοποιήθηκε ο ναζισμός. Το ίδιο ισχύει και για το ποδόσφαιρο: δεν φταίει το ίδιο, αλλά όσοι το καπηλεύονται.
















