Ο 24χρονος, που συνέτριψε το ρεκόρ δαπάνης για μεταγραφή Έλληνα μεταπηδώντας από την Κλαμπ Μπριζ στην Άρσεναλ, έναντι 40 εκατ. ευρώ, είναι το μεγάλο «εύρηκα» του Γιώργου Κούδα.
Όταν τον είχε να παίζει για πρώτη φορά στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ και αργότερα στην πρώτη ομάδα, του έδωσε το άτυπο περιβραχιόνιο της διαδοχής στον δικέφαλο. Ο Τζόλης έφυγε και το άφησε στον Κωνσταντέλια τη σήμερον ημέραν. Και τα δυο παιδιά είναι sui generis του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Ο Χρήστος Τζόλης, τον οποίο μπορούνε να τον αποκαλούμε και «φαινόμενο» χωρίς να κινδυνεύουμε από υπερβατικούς ακροβατισμούς, έλκει την καταγωγή του από τη Δρόπολη της Βορείου Ηπείρου, είναι γεννημένος στις 30 Ιανουαρίου 2002 στη Θεσσαλονίκη και στα οκτώ του χρόνια άφησε τη Δόξα Πενταλόφου κι εντάχθηκε στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ. Στα 15 του χρόνια, προκάλεσε το ενδιαφέρον των «κυνηγών» ταλέντων, όταν στο τουρνουά «Λέναρντ Γιόχανσον», πέτυχε 11 γκολ σε πέντε ματς.
Ένα, χρόνο αργότερα, ωστόσο, η οικογένειά του έπρεπε να μετακομίσει στη Γερμανία και προς στιγμήν η ποδοσφαιρική Ελλάδα θα έχανε έναν πανάκριβο δώρο της φύσης. Ο Τζόλης έπαιξε έναν χρόνο στην Ρόζενχοχ, άλλον έναν στην Κόνιγκσταντεν και το 2018 επέστρεψε στο πεπρωμένο του. Τον ΠΑΟΚ. Εκεί, στην Κ18, ο Πάμπλο Γκαρσία μορφοποίησε το ταλέντο του και τον έδωσε έτοιμο στην πρώτη ομάδα, που τότε καθοδηγούσε ο Πορτογάλος Αμπέλ Φερέιρα. Ο οποίος του έδωσε ολόκληρο το γήπεδο κι ο «Χρηστάκης» μπόρεσε και το χώρεσε στα δυο του παπούτσια. Στην Κ18 σκόραρε 29 γκολ σε 25 ματς, στην Κ19 γκολ και οκτώ ασίστ σε 25 ματς. Και τον περασμένο Ιούνιο σκόραρε εναντίον του ΟΦΗ και έγινε ο νεαρότερος σκόρερ στη σεζόν. Το ιερό τοτέμ του ΠΑΟΚ και του ελληνικού ποδοσφαίρου, Γιώργος Κούδας, αναφώνησε: «Εύρηκα». Τον νέο Κούδα, ίσως εννοούσε…
Στον ΠΑΟΚ ο Τζόλης μοίραζε σαγήνη κι ο Ιβάν Σαββίδης δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα 11 εκατ. ευρώ της Νόριτς. Κι επειδή κάθε αρχή και δύσκολη, ο Χρηστάκης δεν ταίριαξε με τα χνώτα της. Αναζητώντας μια νέα αρχή, μετακόμισε ως δανεικός στην Τβέντε, όμως ένας τραυματισμός διέκοψε ξανά την προσπάθειά του.
Ήταν ίσως η πιο δύσκολη περίοδος της καριέρας του. Πολλοί θεωρούσαν πιθανή την επιστροφή του στην Ελλάδα, σαν μια σιωπηρή παραδοχή ότι το βήμα στο εξωτερικό είχε γίνει πρόωρα. Εκείνος, όμως, επέλεξε τον πιο δύσκολο δρόμο. Αντί για την ασφάλεια μιας ελληνικής ομάδας, προτίμησε τη Β’ Γερμανίας και τη Φορτούνα Ντίσελντορφ, αναζητώντας πάνω απ’ όλα χρόνο συμμετοχής, εμπιστοσύνη και την ευκαιρία να ξαναβρεί τον εαυτό του.
Όπως έχει παραδεχθεί και ο ίδιος, η Φορτούνα αποτέλεσε το σημείο καμπής της καριέρας του. Εκεί ξαναβρήκε την αυτοπεποίθησή του, απέδωσε σύμφωνα με τις δυνατότητές του και απέδειξε ότι διέθετε όλα όσα απαιτούνται για να επιστρέψει στο υψηλότερο επίπεδο.
Η ανταμοιβή δεν άργησε να έρθει. Η Μπριζ, που τον παρακολουθούσε εδώ και χρόνια, τον απέκτησε τελικά το καλοκαίρι του 2024. Παρά το ανανεωμένο ενδιαφέρον από άλλους συλλόγους, ο Τζόλης επέλεξε συνειδητά το βελγικό πρωτάθλημα, πιστεύοντας ότι αποτελούσε το ιδανικό περιβάλλον για την εξέλιξή του, και δικαιώθηκε απόλυτα.
Η επιθυμία του για συνεχή εξέλιξη αποτυπωνόταν και στον τρόπο που δούλευε. Με τη βοήθεια προσωπικού αναλυτή μελετούσε λεπτομερώς κάθε παιχνίδι, αναζητώντας διαρκώς τρόπους να βελτιώνεται. Δεν περιοριζόταν πλέον στην αναζήτηση γκολ και ασίστ, αλλά στόχευε να γίνει ένας ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής, ικανός να προσφέρει σε κάθε πτυχή του παιχνιδιού. Η εντυπωσιακή του παραγωγικότητα με 22 γκολ και 29 ασίστ σε 52 αγώνες, ήταν η φυσική συνέπεια αυτής της νοοτροπίας.
Ο Χρήστος Τζόλης είχε πλέον διαμορφώσει έναν χαρακτήρα που άντεχε την πίεση και διεκδικούσε τη διάκριση μέσα από τη δουλειά του. Η μεταγραφή του στην Άρσεναλ δεν αποτελεί μια ιστορία τύχης ή συγκυριών. Είναι η επιβράβευση μιας διαδρομής γεμάτης δυσκολίες, επιμονή και σωστές επιλογές, που τον οδήγησαν εκεί όπου πραγματικά άξιζε να βρίσκεται.
















