Απευκταίο το σενάριο και ευτυχώς εξαιρετικά σπάνιο, ωστόσο, είναι κάποια πράγματα που αξίζει να τα γνωρίζετε έστω εγκυκλοπαιδικά.
Τι θα γινόταν αν, στα 35.000 πόδια, οι δύο πιλότοι ενός αεροσκάφους έχαναν ξαφνικά τη ζωή τους; Θα έπεφτε το αεροπλάνο από τον ουρανό; Και πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι στο έδαφος όταν αντιλαμβάνονταν ότι κάτι δεν πάει καλά;
Η απάντηση είναι μάλλον διαφορετική από ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Το αεροπλάνο δεν θα άρχιζε να βουτά ανεξέλεγκτα προς το έδαφος. Θα συνέχιζε να πετά κανονικά, διατηρώντας πορεία και ύψος χάρη στον αυτόματο πιλότο. Τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που μαχητικά αεροσκάφη θα πλησίαζαν, πετώντας δίπλα του, για να κοιτάξουν μέσα από τα παράθυρα του πιλοτηρίου.
Πολύ πριν φτάσει εκείνη η στιγμή, οι πρώτοι που θα υποψιάζονταν ότι κάτι δεν πάει καλά θα ήταν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. Καθώς το αεροσκάφος θα περνούσε από διαφορετικούς τομείς εναέριου χώρου, οι ελεγκτές θα περίμεναν από το πλήρωμα να επικοινωνήσει μαζί τους στις νέες ραδιοσυχνότητες. Αν οι κλήσεις έμεναν επανειλημμένα αναπάντητες, θα ενεργοποιούσαν διαδικασία έκτακτης ανάγκης «NORDO» (No Radio), που σημαίνει ότι το αεροσκάφος έχει χάσει κάθε ραδιοεπικοινωνία.

Οι προσπάθειες επικοινωνίας θα συνεχίζονταν μέσω των ειδικών συχνοτήτων έκτακτης ανάγκης, ενώ η αεροπορική εταιρεία θα επιχειρούσε να στείλει μηνύματα απευθείας στις οθόνες του πιλοτηρίου μέσω του συστήματος επικοινωνίας που συνδέει τα αεροσκάφη με το έδαφος.
Αν καμία προσπάθεια δεν έφερνε αποτέλεσμα, τότε θα ερχόταν η ώρα των μαχητικών αεροσκαφών. Θα απογειώνονταν για να αναχαιτίσουν το επιβατικό αεροπλάνο και θα το πλησίαζαν από το πλάι. Οι πιλότοι τους θα προσπαθούσαν να κοιτάξουν μέσα στο πιλοτήριο, αναζητώντας οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να εξηγήσει τη σιωπή: μια πιθανή αεροπειρατεία, κάποια σοβαρή βλάβη ή, ακόμη πιο δραματικά, ένα πλήρωμα που έχει καταρρεύσει πάνω στα χειριστήρια.
Στο εσωτερικό της καμπίνας, οι αεροσυνοδοί θα αντιλαμβάνονταν αργά ή γρήγορα ότι κάτι δεν πάει καλά. Είτε επειδή οι κλήσεις τους προς το πιλοτήριο θα έμεναν αναπάντητες είτε κατά τη διάρκεια κάποιου από τους τακτικούς ελέγχους που πραγματοποιεί το πλήρωμα καμπίνας.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι πόρτες των πιλοτηρίων είναι βαριά ενισχυμένες και παραμένουν κλειδωμένες από την εσωτερική πλευρά. Ωστόσο, το πλήρωμα καμπίνας διαθέτει έναν ειδικό κωδικό έκτακτης ανάγκης για την είσοδο στο πιλοτήριο. Η εισαγωγή του κωδικού ενεργοποιεί συναγερμό. Αν ένας πιλότος δεν ακυρώσει το αίτημα μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα —συνήθως 30 έως 60 δευτερόλεπτα— η πόρτα ανοίγει αυτόματα.
Αν οι αεροσυνοδοί καταφέρουν να μπουν στο πιλοτήριο, η πρώτη τους προτεραιότητα θα είναι να βρουν κάποιον που μπορεί να αναλάβει τα χειριστήρια. Μέσω του συστήματος ανακοινώσεων του αεροσκάφους θα ρωτούσαν αν υπάρχει ανάμεσα στους επιβάτες κάποιος με εμπειρία στην πτήση αεροσκαφών.
Αν βρεθεί κάποιος, τότε θα ξεκινούσε ένας αγώνας δρόμου με τη βοήθεια των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και των πιλότων της αεροπορικής εταιρείας που βρίσκονται στο έδαφος. Από εκεί, θα μπορούσαν να τον καθοδηγήσουν βήμα προς βήμα, ώστε να προγραμματίσει μια αυτοματοποιημένη προσγείωση — μια δυνατότητα που διαθέτουν πολλά σύγχρονα επιβατικά αεροσκάφη.
Αν, όμως, κανείς δεν μπορούσε να φτάσει στο πιλοτήριο ή να αναλάβει τον έλεγχο, τότε το αεροπλάνο θα μετατρεπόταν σε έναν πραγματικό «ιπτάμενο φάντασμα». Θα συνέχιζε να πετά στην ίδια πορεία και στο ίδιο ύψος, μέχρι να τελειώσουν τα καύσιμα. Αν το καύσιμο εξαντλούταν, οι κινητήρες θα σταματούσαν, οι γεννήτριες θα έπαυαν να παρέχουν ενέργεια, ο αυτόματος πιλότος θα αποσυνδεόταν και το αεροσκάφος θα έχανε τον έλεγχο.
Πάντως, δεν πρόκειται, δυστυχώς, μόνο για ένα υποθετικό σενάριο. Μια παρόμοια τραγωδία συνέβη το 2005, όταν η πτήση 522 της Helios Airways μετατράπηκε σε «πτήση-φάντασμα». Μια αστοχία στο σύστημα συμπίεσης προκάλεσε σταδιακή απώλεια οξυγόνου, με αποτέλεσμα ολόκληρο το πλήρωμα να χάσει τις αισθήσεις του. Το αεροσκάφος συνέχισε την πορεία του στον αυτόματο πιλότο, μέχρι που τελικά εξαντλήθηκαν τα καύσιμα και σημειώθηκε η μοιραία συντριβή.
















