Ουδέν καλόν αμιγές καλού και στο ποδόσφαιρο, όπου το VAR έλυσε πολλά προβλήματα αλλά δημιούργησε και μερικά.
To VAR (Video Assistant Referee) υποτίθεται ότι μπήκε στη ζωή του ποδοσφαίρου για να λύσει προβλήματα, κυρίως σε ό,τι αφορά την δικαιοσύνη του οφσάιντ, την εγκυρότητα ή όχι των γκολ, τις κόκκινες κάρτες. Τουτέστιν, να διευκολύνουν τους διαιτητές στη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, τέσσερα χρόνια μετά, οι παρεμβάσεις του VAR ξεπερνούν τον μέσο όρο της UEFA, οι διαιτητές φαίνεται να εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την τεχνολογία για να πάρουν αποφάσεις σε κρίσιμες φάσεις, κυρίως λόγω φόβου. Ενώ το VAR θα έπρεπε να λειτουργεί ως εργαλείο βελτίωσης της διαιτησίας, στο πρωτάθλημα της Super League μοιάζει να αποτελεί μέρος του προβλήματος, εξαιτίας της λανθασμένης χρήσης του. Οι Έλληνες διαιτητές που σφυρίζουν στο χορτάρι και οι VARistes που τους κατευθύνουν από τω δωματιάκι όπου αναπαυτικά κάθονται και βλέπουν σε επανάληψη και πολλές οθόνες την κάθε φάση, έχουν αφεθεί στις αποφάσεις της τεχνολογίας και μόνο σε αυτές. Οι διαιτητές είναι ευθυνόφοβοι και εφαρμόζουν τη δικαιοκρισία όχι με βάση την εμπειρία τους, αλλά με βάση το μηχάνημα. Αποτέλεσμα; Σχεδόν σε κάθε φάση να παρεμβαίνει το VAR, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στους υπεύθυνους της ΚΕΔ, τον Γάλλο αρχιδιαιτητή Στεφάν Λανουά και τον βοηθό του Πάολο Βαλέρι. Μάλιστα, όπως είχε παραδεχτεί και ο Βαλέρι σε σεμινάριο διαιτητών, η κατάσταση απαιτεί βελτίωση, κάτι που όχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί, αλλά ενδεχομένως έχει επιδεινωθεί. Στην προσπάθεια αναβάθμισης της λειτουργίας του VAR, ο Βαλέρι άλλαξε τις επιλογές στελέχωσης, τοποθετώντας ακόμη και διεθνείς διαιτητές σε ρόλους VAR και βοηθούς (AVAR) στον ίδιο αγώνα. Ωστόσο, η εικόνα παραμένει προβληματική, με τον πίνακα των «ειδικών» να μην αποδίδει, ενώ δεν λείπουν και περιπτώσεις τιμωριών για λανθασμένες αποφάσεις.
Επιπλέον, έχουν καταγραφεί δυσλειτουργίες στη συνεργασία μεταξύ ξένων VAR και Ελλήνων AVAR, ιδιαίτερα σε ντέρμπι, με αποτέλεσμα να επιλέγονται πλέον διαιτητές από την ίδια χώρα για καλύτερη επικοινωνία. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι σε κρίσιμες φάσεις παρατηρείται μια αμοιβαία αναμονή ευθυνών: ο διαιτητής περιμένει τον VAR και ο VAR τον διαιτητή, ειδικά σε αποφάσεις όπως πέναλτι ή κόκκινες κάρτες. Αυτό ενισχύει την εντύπωση ότι ο φόβος επηρεάζει τις αποφάσεις, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται ισχυρές ομάδες. Τέλος, υπάρχει η αίσθηση ότι το VAR παρεμβαίνει ακόμη και σε φάσεις που δεν προβλέπονται από το πρωτόκολλο (όπως φάουλ ή κίτρινες κάρτες), γεγονός που, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της διαιτησίας.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα. Όταν η καχυποψία χτυπάει κόκκινο στο ελληνικό πρωτάθλημα, ο κάθε οπαδός αρνείται να δεχτεί οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση δεν τον βολεύει και επιζητεί την παρέμβαση του VAR. Κι αν επίσης δεν τον βολεύει, πάλι βρίσκει τον τρόπο να αμφισβητήσει την οποιαδήποτε απόφαση και να σταθεί στο πλευρό της ομαδούλας του. Η μεγάλη πλειονότητα των οπαδών δεν είναι εκπαιδευμένοι να δεχτούν οποιαδήποτε απόφαση διαφορετική από τις συμφωνίες που έχουν κάνει με τους… εαυτούς για το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα μιας φάσης του αγώνα.
Στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης των οπαδών σημαντικό ρόλο παίζουν και οι τηλεοπτικές εκπομπές, που κρίνουν τις αποφάσεις των διαιτητών, ανάλογα με το… αφεντικό, που διαθέτει ποδοσφαιρική ομάδα. Τις περισσότερες φορές η ίδια φάση αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο στη συλλογή αποτελέσματος από κανάλι σε κανάλι. Αλλιώς την εκτιμά ο τηλεκριτικός παλιός διαιτητής στο ένα κανάλι, αλλιώς ο άλλος, αλλιώς το τρίτος. Ανάλογα με το αφεντικό, επαναλαμβάνουμε. Ως αποτέλεσμα των εκτιμήσεων των φάσεων, επέρχεται και μια συσπείρωση των οπαδών, των ταυτισμένων με τα πρόσωπα των τηλεκριτικών. Γιατί όλοι οι οπαδοί αρέσκονται στο χάιδεμα των αυτιών τους.
Συμπέρασμα; Επειδή οι διαιτητές γνωρίζουν πως οποιαδήποτε απόφαση κι αν πάρουν θα τεθούν στην κρισάρα των τηλεκριτικών που θα κρίνουν ανάλογα με το αφεντικό, αφήνονται να αποφασίζει το μηχάνημα. Για να τους βρίζουν λιγότερο…
















